Thursday, 12 August 2010

Μετά εβδομήκοντα έτη ...

Ο Γιώργος Θαλάσσης, το θρυλικό Παιδί-Φάντασμα είχε πια γεράσει. Πλησίαζε τα 90, αλλά κρατιόταν καλά. Είχε βέβαια περάσει κάποιες δυσκολίες με την καρδιά, έπινε χάπια για την πίεση και τον προστάτη αλλά δεν είχε παράπονο. Αντιμετώπιζε τη ζωή με αισιοδοξία. Αυτός που ήταν έτοιμος να πεθάνει για την πατρίδα πριν κλείσει τα 20 δεν φοβόταν τον θάνατο στα 90. «Εγώ έζησα την ζωή μου τίμια και αγωνίστηκα ως πατριώτης», έλεγε στην αγαπημένη του Κατερίνα, που κι αυτή είχε ασπρίσει και κούτσαινε επειδή η οστεοπόρωση είχε επηρεάσει κάποιους σπονδύλους. Μερικές φορές πονούσε κι έπρεπε να πάρει και παυσίπονα αλλά δεν παραπονιόταν. Υπηρετούσε τον αγαπημένο της και τον συντρόφευε αγόγγυστα κι ευγενικά όπως πάντα.

Αναπολούσαν συχνά τον καημένο το Σπίθα. Στα παιδιά και στα εγγόνια τους έλεγαν πάντα τις αστείες ιστορίες του χοντρού κι αχόρταγου παιδιού αλλά και τις ηρωικές του πράξεις εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών. Ο Σπίθας αφού την σκαπούλαρε από την πείνα, είχε ακολουθήσει μια ειδική αγωγή μετά τον πόλεμο και είχε κατορθώσει να ελέγξει κάπως το πάθος του για φαΐ. Βέβαια κατέβαζε πάντα τρία με τέσσερα πιάτα στην καθισιά του, αλλά εκεί σταματούσε. Έπαιρνε και κάτι χάπια κι έτσι έμεινε απλώς παχύσαρκος. Βέβαια, στα 50 του ήταν διαβητικός και στα 60 χρειάστηκε να βάλει βηματοδότη γιατί οι αρτηρίες του ήταν βουλωμένες και δεν άντεχε να περπατήσει ούτε μέχρι το κοντινότερο ζαχαροπλαστείο. Ένα πρωί, αφού ήπιε τον καφέ του και κατέβασε και δυο μελομακάρονα, έγειρε στην πολυθρόνα, μουρμούρισε «πίσω από τα μελομακάρονά μου και σας έφαγα …» και ξεψύχησε με μια έκφραση έκπληξης και απορίας μαζί στο πρόσωπό του.

Στο μικρό εξοχικό σπιτάκι όπου όλη η οικογένεια είχε μαζευτεί για το καλοκαίρι ο παππούς Γιώργος μάζεψε τα εγγόνια ένα γύρω για να τους διηγηθεί μιαν ακόμη από τις παλιές ιστορίες της Κατοχής και της Αντίστασης. Τα παιδιά βέβαια ήθελαν να τους πει για την αντίσταση στους Γερμανούς της Μέρκελ και τους κακούς τεχνοκράτες του ΔΝΤ. «Πες μας παππού», είπε ο μεγαλύτερος εγγονός, ο Γιώργος Θαλάσσης ο νεώτερος. «Πως νομίζεις ότι πρέπει να οργανώσουμε την αντίσταση; Με απεργίες και συλλαλητήρια; Βάζοντας φωτιά στις τράπεζες που μας έχουν κατακλέψει και στη Βουλή, που είναι γεμάτη με απατεώνες;». Η μικρή Κατερίνα τον διέκοψε. «Εγώ λέω να οργανώσουμε μια μυστική επαναστατική οργάνωση, όπως τότε την Κατοχή, και να κάνουμε σαμποτάζ κατά των πολυεθνικών!» φώναξε. Τα υπόλοιπα παιδιά έλεγαν κι αυτά τη γνώμη τους ανακατεύοντας σέχτες επαναστατών και επαναστατικούς αγώνες.

Το Παιδί-Φάντασμα κούνησε την παλάμη του να γίνει ησυχία. «Πριν αποφασίσουμε για το τι θα κάνουμε, ας αναλύσουμε λίγο την σημερινή κατάσταση και κυρίως πωw φτάσαμε ως εδώ» είπε ήρεμα. «Εγώ, ξέρετε πως μετά τον πόλεμο, τελείωσα τις σπουδές μου ως μηχανικός και στη συνέχεια, μέχρι να συνταξιοδοτηθώ στα 65 μου, εργάστηκα στη βιομηχανία. Κάθε πρόβλημα για να λυθεί πρέπει πρώτα να αναλυθεί από κάθε σκοπιά κι ύστερα να αποφασιστεί ο καλύτερος τρόπος δράσης. Θα θυμάστε πως την εποχή της Αντίστασης, πριν ενεργήσω σε κάθε περίπτωση εναντίων των εχθρών της Ελλάδας, ανέλυα πάντα την κατάσταση, ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά κάθε ενέργειάς μου. Τότε βέβαια οι καταστάσεις ήταν απλούστερες γιατί ο εχθρός ήταν απέναντι, ενώ τώρα ίσως να είναι ανάμεσά μας. Ίσως μάλιστα, εχθρός να είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Συνεπώς, πριν αποφασίσουμε αν θα βγούμε στους δρόμους, ή αν θα πάρουμε τα όπλα, ας αναλύσουμε όπως είπα την κατάσταση.»

Όλοι συμφώνησαν και κάθισαν γύρω από τον παππού. Αλλά τη στιγμή που πήγε να ανοίξει το στόμα του το Παιδί-Φάντασμα, άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκαν δυο απρόσκλητοι επισκέπτες. Ο Γιώργος Θαλάσσης και η Κατερίνα πάγωσαν μόλις τους είδαν. Έκαναν να σηκωθούν αλλά ήταν πια αργά. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά του Γιώργου. Πως θα ξέφευγε από την πολύ δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν; Οι επισκέπτες χαμογέλασαν και προχώρησαν με βαριά βήματα προς το κάθισμα του παππού ….